Film D’Art

Eric Rohmer: Ο Μαέστρος στους διαλόγους της αδράνειας

Ειρήνη Ασημένου –

Γύρω στα τέλη του 1950, ένα καινούριο είδος κινηματογραφικής αφήγησης, βασισμένο στις πρωτοποριακές ιδέες της εποχής για αποδόμηση στην σκέψη και την γλώσσα, ξεπηδούσε από τα καλλιτεχνικά καφέ του Παρισιού. Νέοι δημιουργοί βάλθηκαν να σμίξουν τους εαυτούς τους με αυτή τη νέα αισθητική έκφρασης και να αποδείξουν στο μέσο, ότι η εικόνα, ο λόγος και η μουσική μπορούν να συσχετιστούν μεταξύ τους, όπως τα χρώματα σε μια παλέτα με νερομπογιές, όταν παίζει μ’ αυτά ένα παιδί. Ένα απ’ αυτά τα παιδιά, ο Ερικ Ρομέρ, υπήρξε ένας από τους ιδρυτές του κινήματος της nuvelle vague, μαζί με τους Φρανσουά Τρυφώ και Ζαν Λυκ Γκονταρ. Συνεργάστηκε με τα Cahier du cinema σαν κριτικός κινηματογράφου και ανέλαβε την αρχισυνταξία του περιοδικού από το 1957 μέχρι το 1963.

Η nuvelle vague, η αλλιώς ελληνιστί, νέο κύμα, αψήφησε τους κανόνες της μέχρι τότε αφήγησης. Έσπασε τα καρέ του φιλμικού χρόνου. Μετάλλαξε τον χώρο, δίνοντας του πολλαπλές διαστάσεις αναλόγως νοήματος και γενικότερα, δημιούργησε νέους συσχετισμούς του λόγου με την εικόνα.

Ο Ρομέρ, σαν γνήσιο παιδί του κινήματος, ήδη απο την πρώτη του ταινία, “Στον αστερισμό του Λέοντα” (1959), αφήνει την γραμμική αφήγηση του κλασσικού σινεμά και καταπιάνεται με την στιγμή του κενού του. Τον νεκρό του χρόνο. Τότε που ο ήρωας αποφασίζει να ξαποστάσει. Εκεί που έχει έρθει η ώρα για τις διακοπές του, τη στιγμή της απόλυσής του ή τον χωρισμό του μετά από μια μόνιμη σχέση. Εκεί, ο Ρομέρ αποφασίζει να μοιραστεί τις λογοτεχνικού επιπέδου εσωτερικές συζητήσεις ενός ατόμου που βρίσκεται σε αδράνεια. Τις εξωτερικεύει σε στωικά εστανταντε με υπαρξιακούς διαλόγους ανάμεσα στους χαρακτήρες, που σίγουρα ανεβάζουν το κρεμ ειδυλλιακό σκηνικό του παραθερισμού, στα πιο καυτά Καλοκαίρια του Γαλλικού σινεμά.

Όχι, ο Ρομέρ δεν ενδιαφέρεται, όπως ο Γκοντάρ, για αρχιτεκτονική νεωτερικότητα στα πλάνα του. Δεν επενδύει με μουσική τις σεκάνς του, δεν μοντάρει ιδιαίτερα τις λήψεις του. Παραμένει σκηνοθετικά λιτός και επιμένει να δουλεύει με επιμονή τον λόγο και τους χαρακτήρες του έτσι ώστε να δίνουν έναν άκρως πολυάσχολο τόνο στο περιβάλλον μιας φυσικής -τις περισσότερες φορές, Καλοκαιρινής – νηνεμίας.

Μετά απο την πρώτη του ταινία, αποφάσισε να φτιάξει κάποιες θεματικές, αναπτύσσοντας έτσι μια συνεχόμενη διαλεκτική, τοποθετημένη σε τόμους, όπως άλλωστε θα έκανε και κάποιος συγγραφέας φιλοσοφικών αναζητήσεων.

Τι αναζητά όμως ο Ρομέρ σ’ ολόκληρο το φιλμικό του έργο; Ψάχνει την ταυτότητα του κοινωνικού ανθρώπου, όταν πια έχει βρεθεί εκτός του αστικού τοπίου και των κοινωνικών του συμβάσεων. Μελετά μια ακατέργαστη μορφή ατομικής συμπεριφοράς, όταν βρίσκεται σε παύση από την σύγχρονη ζωή του πολύβουου και απαιτητικού Παρισιού.

Στον πρώτο θεματικό του κύκλο “Έξι μύθοι περί Ηθικής” πραγματεύεται το δίλημμα του κεντρικού ήρωα ανάμεσα στην πίστη προς την σύντροφό του και τον έρωτα για μια άλλη γυναίκα. Πιο σημαντική ταινία αυτής της θεματικής είναι “Το γόνατο της Κλαίρης” 1970 και ο εμμονικός πόθος το αρραβωνιασμένου Ζερόμ με την νεώτερη του Κλαίρη.

Έπειτα, μέσα στην δεκαετία του ‘80, ανοίγει την θεματική “κωμωδίες και παροιμίες”, όπου διαλέγει ήρωες νεώτερους σε ηλικία και παραθέτει την δυσκολία των ερωτικών σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους λόγω παρεξηγήσεων, και απειρίας. Διαμαντάκι αυτής της περιόδου είναι η Πράσινη ακτίδα (1986) που πήρε και τον Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ της Βενετίας και “Η Πολίν στην Πλαζ” (1982).

Οι θεματικοί του κύκλοι κλείνουν μέσα στην δεκαετία των 90ς με ταινίες που αναφέρονται στις τέσσερις εποχές του χρόνου και παίζουν με την έννοια της ηθικής και πάλι, μέσα από μια πιο ώριμη ματιά του σκηνοθέτη. Έχει φυσικά ολοκληρώσει και ταινίες εκτός των θεματικών του κύκλων, με τελευταία του το “Οι έρωτες της Αστρέ και του Σελαντόν” (2007) όπου για τελευταία φορά πριν τον θάνατό του το 2010 γράφει στην μεγάλη οθόνη μια αισθηματική ιστορία σαν ένα καλό μυθιστόρημα παραλίας.

Ο ανθρωποκεντρισμός του Ερικ Ρομέρ και η απ ενοχοποίηση της αδράνειας θα μας μαγεύει για πάντα. Όσο ο χρόνος πιέζει την σκέψη σε προκαθορισμένα κανάλια, εμείς θα σκεφτόμαστε τις συζητήσεις του Καλοκαιριού. Αυτές που έγιναν μπροστά σε μια παραλία ή στα φερφορζέ κάποιου απεριποίητου κήπου με ένα ποτήρι σπιτική λεμονάδα. Θα θυμόμαστε μέχρι το τέλος πως η πνευματική μας ανάπτυξη ευνοείται στις περιόδους της παύσης. Εκεί που το παιχνίδι που κάνει η Haydee θεωρείται απαραίτητο και μερικώς ακατάλληλο στην ταινία “Συλλέκτρια” (1967), εμείς θα σκεφτόμαστε πως έτσι είναι οι σχέσεις κι εκεί που η Νταλφίν στην “Πράσινη ακτίδα” (1986) μαγεύεται απο μια ξεχωριστή Δύση του Ηλιου, εμείς θα εξυμνούμε δικαίως των έρωτα.