Cinema Theory

Ari Aster, horror genre και η αναδόμηση της φρίκης.

Ειρήνη Ασημένου –

“…Όταν η ταινία άρχισε να προβάλλεται, έγινε αμέσως αντιληπτό ότι ο κινηματογράφος μπορούσε να γίνει το τέλειο μέσο για να εκφραστούν η Ρομαντική αγωνία, οι ονειρικές καταστάσεις και οι ομιχλώδεις φαντασιώσεις που τόσο εύκολα περνούν από την μια απόχρωση στην άλλη στα απέραντα βάθη αυτής της άχρονης χωρικής επιφάνειας της οθόνης.”

Λότε Αισνερ, για την προβολή του “Ο φοιτητής της Πράγας, 1913.

Δαιμονική Οθόνη, ο γερμανικός εξπρεσιονισμός στον κινηματογράφο

Το horror genre έχει δεχθεί πολλές επιρροές από την μεσοπολεμική και μεταπολεμική ιστορία της Ευρώπης σαν έκφραση της φρίκης του πολέμου και του φόβου της επιβολής του δυνατού προς τον αδύνατο, του τρελού, προς τον λογικό, του μεταφυσικού προς το φυσικό, του αθάνατου προς τον θνητό, του ξένου προς το οικείο, του σύγχρονου προς το παλιό και πολλών άλλων που καθορίζονταν από τις κατά καιρούς κοινωνικές δράσεις και προβληματισμούς σε παγκόσμιο επίπεδο.

Μεγάλη επιρροή στην αισθητική του θρίλερ έχει ασκήσει όμως το κίνημα του Γερμανικού εξπρεσιονισμού που αν μη τι άλλο εμπνεύστηκε από την φρίκη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου και την δυσκολία των Γερμανών να προσαρμοστούν στην ιδέα ότι η αυτοκρατορία είχε πια καταρρεύσει. (Λ. Αισνερ, 1987)

Η κύρια θεματική του κινήματος, που αργότερα χρησιμοποιήθηκε στα horror films του Hollywood ήταν η εισβολή ενός περίεργου εχθρού που στοίχειωνε, απήγαγε, κυρίευε και σκότωνε χωρίς κάποιο προφανή λόγο, καθρεφτίζοντας έτσι την παράλογη βαναυσότητα του πολέμου.

Η έννοια της εισβολής στόχευε να χτυπήσει την ασφάλεια της οικογενειακής θαλπωρής εντός των οικογενειακών δεσμών και θεσμών και κατ’ επέκταση, την ασφάλεια εντός των δεσμών και θεσμών ενός κράτους. Θα χρησιμοποιήσω το παράδειγμα του Εξορκιστή (1973), του Ουίλιαμ Φρίντκιν, που ήταν και από τις πιο εμπορικές ταινίες τρόμου για πάνω από 40 χρόνια, για να τονίσω τον φόβο της εισβολής ενός δαιμονικού πνεύματος στην Ρίγκαν ΜακΝιλ, το κοριτσάκι μιας μονογονεικής οικογένειας, σαν έναν πιο γενικευμένο φόβο απειλής για την μέχρι τότε “άγια” Αμερικανική οικογένεια.

Ο Αρι Αστερ ωστόσο, τόσο στο Hereditary(2018), όσο και στην φετινή του ταινία Midsommar(2019), που ποτέ δεν έφτασαν στις Κυπριακές αίθουσες, αναδομεί την θεματολογία της εισβολής και καταφέρνει να επικοινωνήσει τον ενδόμυχο φόβο της προδοσίας, αποδομώντας την ψευδαίσθηση της ασφάλειας μέσα σε μια ομάδα/αγέλη.

Καταφέρνει να δημιουργήσει τρόμο εκθέτοντας παραδοσιακούς δεσμούς και κανόνες σαν ένα παιχνίδι με τον θάνατο χωρίς επιστροφή. Ο θάνατος είναι κάτι φυσικό και η βία είναι αναπόφευκτο κομμάτι της παράδοσης.

Φρίκη προκαλεί για παράδειγμα στο Midsommar, η αυτοκτονία των μεγαλύτερων της ομάδας, όπου φιλοξενείται μια παρέα φίλων ανθρωπολόγων, σε κάποια κρυφή παγανιστική κοινότητα στην Σουηδία.

Ενώ κομμάτια από το σπασμένο τους κρανίο και θώρακα, βρίσκονται ακόμα στην βάση του βράχου απ’ όπου και πήδηξαν, μέλη της ομάδας πλησιάζουν με μεγάλα σφυριά για να τους αποτελειώσουν. Σ’ εκείνο ακριβώς το σημείο της ταινίας ξεκινά η αντίστροφη μέτρηση για την εξάλειψη των μελών που δεν ανήκουν στην ομάδα, αλλά και της αίσθησης ασφάλειας, τόσο ανάμεσα στα μέλη των ανθρωπολόγων, όσο και ανάμεσα στους θεατές στην αίθουσα προβολής.

Ο Αστερ δεν χρησιμοποιεί τους κλασσικούς κανόνες αισθητικής των ταινιών θρίλερ. Δεν χρησιμοποιεί για παράδειγμα τις αντιθέσεις φωτός και σκιάς (κιαροσκούρο) γιατί ο εχθρός είναι πάντα πεντακάθαρος μπροστά μας. Τον καλύπτει μοναχά η ψευδαίσθηση ασφάλειας που θα μπορούσε να αναχθεί και σ’ ένα ευρύτερο κοινωνικό φάσμα με ατομικές κτισμένες ψευδαισθήσεις.

Χρησιμοποιεί κατά κόρων σύμβολα, ζωγραφιές και μυστικές, πεθαμένες γλώσσες και αυτό μπορούμε να το δούμε τόσο στο Hereditary, μέσα από τα παγανιστικά σύμβολα της αίρεσης που πρόκειται να θυσιάσει μια οικογένεια στο όνομα του διαβόλου, όσο και στις οικιστικές ταπετσαρίες της Σουηδικής σέκτας που στην ουσία αφηγούνται όλες τις βάναυσες παραδόσεις της.

Οι “μοντέρνοι” ήρωες δεν έχουν την δύναμη να αντιληφθούν αυτούς τους κώδικες και τελικά πεθαίνουν. Επιβιώνουν μοναχά οι μυημένοι, αυτοί που βλέπουν τα ίχνη της παράδοσης και τα ακολουθούν μέχρι να πέσει το φίλτρο της ψευδαίσθησης και να νιώσουν ασφαλής.

Ο Αστέρ καταφέρνει πολύ έξυπνα να φτιάξει ένα μοντέρνο τρόπο αφήγησης για horror film, χτίζοντας ήρωες μοντέρνους που έχουν μάθει να ζουν μόνοι, με τους δικούς τους κανόνες και έπειτα τους ρίχνει μέσα σε έναν αγώνα επιβίωσης που προκαλεί η συνύπαρξη σε μια ομάδα με πανάρχαιους λειτουργικούς κώδικες.

Ο φόβος δομείται όταν ένα περιβάλλον παραδοσιακής ασφάλειας στρέφεται εναντίον των ηρώων.

Για τον νεαρό σκηνοθέτη, έχουμε γίνει εμείς οι εισβολείς και θα πρέπει είτε να συνυπάρξουμε, είτε να χαθούμε.