Film of the Day

Smuggling Hendrix : Μια κριτική προσέγγιση

Ειρήνη Ασημένου –

Smuggling Hendrix Σκηνοθεσία: Μάριος Πιπερίδης Σενάριο: Μάριος Πιπερίδης Ηθοποιοί : Ανταμ Μπουσδούκος, Fatih Al, Βίκυ Παπαδοπούλου, Ozgur Karadeniz, Τόνυ Δημητρίου

Το Smuggling Hendrix σε σκηνοθεσία και σενάριο Μάριου Πιπερίδη, που πρόσφατα αναδείχθηκε σαν Best International Narrative Feature στο φεστιβάλ της Tribeca και προβλήθηκε χθες για πρώτη φορά στην Κύπρο, στα πλαίσια του Φεστιβάλ «Κινηματογραφικές μέρες Κύπρου 2019», είναι μια σπιρτόζα κωμωδία/σάτιρα για την Κυπριακή πραγματικότητα που δουλεύει σε πολλαπλά επίπεδα και έχει ξεκάθαρη πρωταγωνίστρια την πόλη της Λευκωσίας και φυσικά τους κατοίκους της.

Ο Μάριος Πιπερίδης έχει σκηνοθετήσει ήδη δύο ταινίες μικρού μήκους και ένα ντοκιμαντέρ, The last remaining seats (2011), που έχουν σαν κεντρικό θεματικό άξονα την διχοτόμηση της Κύπρου μετά την Τουρκική εισβολή. Θεματικό άξονα που έχει ακολουθήσει και για το _Φυγαδεύοντας τον Χέντριξ( 2018)__ (Smuggling Hendrix)

Με μια έξυπνη αφηγηματική δομή, ο Πιπερίδης επιχειρεί να φωτογραφίσει, μέσα από κωμικοτραγικά γεγονότα, την διαχωριστική γραμμή μιας ρήξης, που στέκεται σαν καθρέφτης ανάμεσα στις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Ένας καθρέφτης που γίνεται διάφανος με το ανενόχλητο πέρασμα του Jimmy, ενός χαριτωμένου μικρού σκύλου, στην απέναντι όχθη και το domino effect που προκαλεί το γεγονός αυτό.

Ο Jimmy είναι ο σκύλος του Γιάννη (Αδάμ Μπουσδούκος) και της Κίκας (Βίκυ Παπαδοπούλου). Ένα κοινό σημείο αναφοράς που καταφέρνει να τους ενώνει ακόμα και μετά την ρήξη στη σχέση τους. Το ίδιο χαριτωμένο τετράποδο που είναι «μπάσταρδο», όπως αναφέρει ο ίδιος ο Γιάννης στον συνοριοφύλακα της Ελληνοκυπριακής πλευράς, δεν είναι ράτσας. Είναι μια πρόσμιξη όπως και το μεγαλύτερο μέρος του κυπριακού πληθυσμού και φαίνεται να φέρει στην ύπαρξη του, την μια και μόνη πραγματική αλήθεια που φαίνεται να αφηγείται η ταινία. Είμαστε όλοι άνθρωποι, που οι συγκυρίες το έφεραν να μοιραζόμαστε την ίδια γη.

Η επιλογή των χαρακτήρων δεν θα μπορούσε να είναι πιο καίρια, δίνοντας μια πολύ αντιπροσωπευτική χροιά της πραγματικότητας, με έναν Άνταμ Μπουσδούκο να καταφέρνει τελικά να περάσει για Κύπριος, παρόλο που η Ελληνική προφορά αργεί να δικαιολογηθεί για χάριν της ιστορίας.

Αξιοσημείωτη και αρκετά διασκεδαστική είναι και η παρουσίαση των «αρχών» κατά τη διάρκεια της ταινίας, τόσο των νόμιμων όσο και των παράνομων. Οι στρατιώτες, οι αστυνομικοί αλλά και ο υπόκοσμος και των δύο πλευρών στέκουν σαν καρικατούρες κάποιας γελοιογραφίας, με έντονα αλλά καλοδουλεμένα τα χιουμοριστικά τους στοιχεία.

Χαρακτηριστική στιγμή peak για την αφήγηση του κεντρικού προβληματισμού του φιλμ είναι η συνεύρεση του Γιάννη με τον Hasan (Fatih Al) -συμπαθή Τούρκο έποικο που έτυχε να γεννηθεί στο υπό κατοχή πατρικό σπίτι του Γιάννη- και τον Τουρκοκύπριο λαθρέμπορα Tuberk (Özgür Karadeniz), σε χαμάμ στην τουρκοκυπριακή πλευρά. Hasan : «Εμένα δεν μου αρέσεις εσύ, εσύ δεν συμπαθείς εμένα, εγώ δεν συμπαθώ αυτόν, αυτός δεν συμπαθεί κανέναν μας» Γιάννης: «Εμείς δεν συμπαθούμε τους εαυτούς μας»

Ίσως η πιο πολιτικά ορθή και ουμανιστική Κυπριακή παραγωγή με καθαρά αντιρατσιστικές προθέσεις και ειρηνικές προδιαθέσεις άλλα και μουσικές αναφορές που παραπέμπουν σε πιο φιλειρηνικές δεκαετίες, σίγουρα μπορεί να κερδίσει οποιοδήποτε κοινό, που τελικά καταλήγει να ταυτιστεί με τον Jimmy και αφήνεται να περάσει νοητά οποιαδήποτε σύνορα, εμπόδια και προκαταλήψεις έχουν τεθεί με τα χρόνια στον λαό αυτού του νησιού. Ένα σεναριακό κομψοτέχνημα που καταφέρνει να σταθεί σοβαρό σε πολλαπλά επίπεδα ενώ ταυτόχρονα είναι άκρως διασκεδαστικό.