Film D’Art

Cinema, ένας ονειρικός κόσμος

Ειρήνη Ασημένου –

“Ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο μια υπέρτατη έκφραση της εκμηχάνισης, αλλα παραδόξως προσφέρει ώς προιόν το πιο μαγικό απ’ όλα τα καταναλωτικά αγαθά, δηλαδή το όνειρο.”

— Marshall Mcluhan, Media, προεκτάσεις του ανθρώπου

Σύμφωνα με τον Andre Bazin, όταν πρωτοεμφανίστηκε η κινούμενη εικόνα, προσπάθησε να είναι πιστή στην αλήθεια. Προσπάθησε να είναι ένας ρεαλιστικός αντικατοπτρισμός της πραγματικότητας, σαν ένα ακόμα μηχανολογικό επίτευγμα της τεχνολογικής επανάστασης των αρχών του 20ου αιώνα.

Σαν αντικατοπτρισμός όμως, ο κινηματογράφος δεν μπορεί παρά να προβάλει τόσο τις ατομικές όσο και τις συλλογικές προεκτάσεις μιας κοινωνίας που αλλάζουν σύμφωνα με υλικές, πνευματικές και εξελικτικές ανάγκες και προβληματισμούς της εκάστοτε εποχής.

Έτσι, υπάρχει κάποιο είδος εκτόνωσης μέσω της επικοινωνίας μεταξύ μιας ακολουθίας εικόνων και ενός θεατή που έχει πια μάθει να διαβάζει αυτό το εκφραστικό αποτέλεσμα εικόνας, ήχου και μοντάζ, ακριβώς όπως έχει μάθει να διαβάζει ένα λογοτεχνικό βιβλίο.

Με λίγα λόγια, η κινηματογραφική αφήγηση, για να μπορέσει να γίνει κατανοητή σαν τέτοια από κάποιον θεατή, θα πρέπει να έχει προηγηθεί μια γνωριμία με την έννοια του “μύθου”.

Με την λέξη μύθος, γίνεται αναφορά σε αρχέτυπες ιστορίες που προϋπήρχαν της κινούμενης εικόνας. Επαναλαμβανόμενα μοτίβα αφήγησης και πλοκής που υπάρχουν στο συλλογικό ασυνείδητο, όπως έχει περιγραφεί εκτενώς απο τον Carl Jung και έχουν βρει τρόπο έκφρασης από την απαρχή της κοινωνίας των ανθρώπων, μέσα από μυθολογικά έπη, παραδοσιακά τραγούδια, ποιήματα, την θρησκεία και φυσικά τα όνειρα.

Ο κινηματογράφος, όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω, έχει την ικανότητα να αναδομεί τον μύθο και να φτιάχνει συνεχώς καινούρια όνειρα ανάλογα με τους προβληματισμούς της κάθε εποχής και τα θέλω μιας κοινωνίας. Λειτουργεί κατα κάποιον τρόπο σαν πρίσμα ανάμεσα στον μύθο και τον θεατή.

Ας πάρουμε για παράδειγμα το, La la land (2016) του Damien Chazelle σε σχέση με τα ακόμα παλαιότερα musicals του Hollywood που άνθισαν κατά την δεκαετία των 50’s.

Τα musical έχουν πάντα μια συγκεκριμένη αφηγηματική δομή και όπως όλα τα είδη ταινιών (κομεντί, θρίλερ, γουέστερν, πολεμικά), έχουν μια ουδέτερη, επαναλαμβανόμενη δομή είτε στο σενάριο, είτε στο στυλ, την φωτογραφία, την μουσική ή ακόμα και την επιλογή των ηθοποιών για τους συγκεκριμένους ρόλους.

O Damien Ghazelle, σκηνοθέτης του La la land, εξυμνεί με μαεστρία τον κινηματογράφο του Frank Capra και το στυλιζαρισμένο προφίλ του Gary Cooper ενώ αποφεύγει να δώσει το αναμενόμενο happy end, αποδομώντας μ’ αυτόν τον τρόπο το Αμερικάνικο όνειρο των προηγούμενων δεκαετιών, που ήδη στην συνείδηση του σύγχρονου θεατή υπάρχει απλά σαν ανάμνηση ή έχει εξορθολογιστεί.

Διαχειρίζεται το Αμερικάνικο όνειρο, όπως είχε διαμορφωθεί και εκφραστεί μέσω του κινηματογραφικού musical , με μικρά σεναριακά twist, που καταφέρνουν, με χειρουργικές κινήσεις, να δημιουργήσουν ένα παράλληλο ονειρικό σύμπαν. Ένα πανέμορφο όνειρο που έχει ωστόσο διαφορετικές προτεραιότητες, έτσι ώστε να μπορέσει ο θεατής να ταυτιστεί με τους ήρωες και να βιώσει την εμπειρία του κινηματογραφικού ονείρου.

Υπάρχει χαρά, όμορφες λήψεις του αστικού τοπίου, ρομαντικά όνειρα καλλιτεχνικής καταξίωσης, χορευτικά και μουσική μα δεν πραγματώνονται όλα σύμφωνα με τις αρχικές επιθυμίες των ηρώων. Οι ίδιοι βλέπουμε να μην ικανοποιούνται με τις ίδιες προσδοκίες όπως αυτές της Ginger Rogers ή του Fred Astaire όταν μιλούν για έρωτα ή επαγγελματικές επιτυχίες. Αντιθέτως βλέπουμε την Mia (Emma Stone)να αφήνει τον έρωτα και την Αμερική για να κυνηγήσει το “Αμερικάνικο” όνειρο εκτός των συνόρων

Το La la land λοιπόν καταφέρνει με άριστη κινηματογραφική δομή και έξυπνους διαλόγους να πουλήσει ένα καινούριο όνειρο πατώντας στην βάση του παλιού..